Ιστορική αναδρομή:
Η αντιμυλλέριος ορμόνη παρατηρήθηκε για πρώτη φορά από τον Γάλλο ενδοκρινολόγο Alfred Jost το 1947, ο οποίος ανέφερε μια ουσία παραγόμενη από τους εμβρυικούς όρχεις και διαφορετική από την τεστοστερόνη που προκαλούσε υποστροφή των πόρων του Μuller. Πέρασαν 40 χρόνια μέχρι να απομονωθεί, να χαρακτηριστεί και να βρεθεί το γονίδιο το οποίο την κωδικοποιεί. Πρόκειται για μία ομοδιμερή γλυκοπρωτεΐνη που μαζί με ινχιμπίνες, ακτιβίνες, και GDFs (growth and differentiation factors), αποτελεί μέλος της υπεροικογένειας των μετατρεπτικών και αυξητικών παραγόντων-β (TGF-β). Τα όργανα στόχοι της AMH για τα αρσενικά είναι οι πόροι του Müller και για τα δύο φύλα οι γονάδες (όρχεις -ωοθήκες) . Πρακτικά κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης, προκαλεί υποστροφή των πόρων του Muller , οδηγώντας σε μια περαιτέρω εξέλιξη προς τον αρσενικό φαινότυπο.
Φυσιολογία της ΑΜΗ στους άνδρες:
Κατά την εμβρυική και βρεφική ηλικία τα κύτταρα του Sertoli που βρίσκονται στους όρχεις παράγουν υψηλές ποσότητες AMH. Όσο μετακινούμαστε ηλικιακά προς την εφηβεία, τα κύτταρα του Sertoli ωριμάζουν, οι ορμόνες φύλου που παράγονται μεταβάλλονται δραματικά, η σύνθεση του ιστού των όρχεων αλλάζει και τείνει προς την αυξημένη παραγωγή τεστοστερόνης. Ως αποτέλεσμα, ένας ώριμος πλέον άνδρας, παρουσιάζει μειωμένες τιμές AMH (σε σύγκριση με τα προηγούμενα ηλικιακά στάδια) οι οποίες θα παραμείνουν σταθερές για το υπόλοιπο της ζωής του.
Φυσιολογία της ΑΜΗ στις γυναίκες:
Η παραγωγή της ΑΜΗ στην ωοθήκη γίνεται από τα κύτταρα της κοκκιώδους στιβάδας των ωοθυλακίων. Η ΑΜΗ στον ορό είναι μη ανιχνεύσιμη σχεδόν κατά τη γέννηση των θηλέων νεογνών, αυξάνει μέχρι την ηλικία των τεσσάρων ετών και παραμένει σε σχετικά σταθερά, χαμηλά επίπεδα κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας. Μετά την εμμηνόπαυση η ΑΜΗ στον oρό είναι μη ανιχνεύσιμη .

Κλινική και διαγνωστική χρησιμότητα της μέτρησης των επιπέδων της ΑΜΗ:
Διάφορες μελέτες των τελευταίων χρόνων εκτιμούν το ενδεχόμενο της κλινικής χρησιμότητας της μέτρησης των επιπέδων της ΑΜΗ σε διάφορα πεδία όπως ογκολογία, υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, εμμηνόπαυση και διαταραχές εμμήνου ρύσης.
AMH ως καρκινικός δείκτης:
Πλέον έπειτα από μελέτες θεωρείται ως ένας χρήσιμος δείκτης για τους όγκους που προέρχονται από τα κύτταρα της κοκκιώδους στιβάδας των ωοθυλακίων (granulosa cell tumors – GCTs). Έχει παρατηρηθεί ότι τα επίπεδα ορού της ΑΜΗ σε ασθενείς με GCTs είναι αυξημένα σε ποσοστά 76%-93%. Ύστερα από τη χειρουργική εξαίρεση των όγκων, η ανεύρεση αυξημένων επιπέδων ΑΜΗ προηγείται, μέχρι και 16 μήνες, της κλινικής εκδήλωσης της υποτροπής του όγκου.. Έτσι, η μέτρηση των συγκεντρώσεων της ορμόνης, εκτός της χρήσης της ως διαγνωστικού δείκτη όγκων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την πρώιμη διάγνωση υποτροπής του όγκου.
Σύγχρονες μελέτες προσπαθούν να συνδυάσουν τα επίπεδα της ΑΜΗ με διάφορες νεοπλασίες (ιδιαίτερα με το καρκίνο του προστάτη) χωρίς όμως σαφή αποτελέσματα.
ΑΜΗ στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή:
Αναμφισβήτητα πλέον η ΑΜΗ έχει αποδειχτεί ότι εκφράζει, με μεγάλη ακρίβεια, το ωοθυλακικό δυναμικό. Υψηλά επίπεδα ΑΜΗ (εντός φυσιολογικών τιμών) υποδεικνύουν μεγαλύτερο αριθμό ωαρίων, και μεγαλύτερη πιθανότητα καλής εμβρυικής μορφολογίας. Επίσης υψηλά επίπεδα ΑΜΗ (εκτός φυσιολογικών τιμών) αναδεικνύουν γυναίκες με μεγάλη πιθανότητα ανάπτυξης του συνδρόμου υπερδιέγερσης των ωοθηκών, κατά την πρόκληση πολλαπλής ωοθυλακιορρηξίας.
ΑΜΗ και εμμηνόπαυση:
Σε γυναίκες που κατά τη διάρκεια της ζωής τους παρουσίασαν φυσιολογικά επίπεδα ΑΜΗ, η μεταβολή της ορμόνης (η πτώση των επιπέδων της λόγω ωοθηκικής γήρανσης) θα μπορούσε να προσδιορίσει και το διάστημα που θα μεσολαβήσει μέχρι την εμμηνόπαυση.
ΑΜΗ και σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS):
Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών είναι μια συχνή γυναικολογική ενδοκρινολογική διαταραχή και συσχετίζεται με διαταραχές της εμμήνου ρύσεως, υπερανδρογοναιμία, υπογονομότητα, άυξηση σωματικού βάρους κτλ. Το υπερηχογράφημα κάτω κοιλίας παρουσιάζει ωοθήκες διογκωμένες που περιέχουν πολυάριθμες μικρές κύστεις με υγρό. Η μέτρηση αυξημένων επιπέδων της ΑΜΗ έρχεται να επιβεβαιώσει τη παραπάνω εικόνα και μπορεί να συμβάλει ως ένας δευτερεύων δείκτης του παραπάνω συνδρόμου.
ΑΜΗ και ανδρικός υπογοναδισμός:
Εκτός από τις εμφανείς σωματικές διαταραχές (δυσμορφία των εξωτερικών γεννητικών οργάνων, κρυψορχισμός κλπ.), ο υπογοναδισμός μπορεί να αγνοηθεί τόσο στη πρώιμη όσο και στην μεταγενέστερη παιδική ηλικία, εάν η διάγνωση βασιστεί μόνο στη μέτρηση των γοναδοτροπίνων και της τεστοστερόνης ( ορμόνες που λόγω ηλικίας μπορούν να έχουν μη αξιολογήσιμες διακυμάνσεις). Η ανίχνευση χαμηλότερων επιπέδων AMH από τις αναμενόμενες τιμές της αντίστοιχης ηλικίας είναι επομένως ένας πολύ καλός δείκτης ανδρικού υπογοναδισμού.
Συμπερασματικά:
Στις προηγμένες χώρες, η μέτρηση των επιπέδων ορού της ΑΜΗ, ανήκει στις καθιερωμένες εργαστηριακές εξετάσεις, για όλες τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω. Λόγω τεχνολογικής εξέλιξης και αυτοματισμού η εξέταση διατίθεται στο εμπόριο με προσιτό κόστος και ευκολία στη διαχείριση του δείγματος και στη παραγωγή του αποτελέσματος δίνοντας της αναμφισβήτητα μια θέση ανάμεσα στις εξετάσεις με ισχυρή διαγνωστική σημασία στα χέρια του κλινικού ιατρού.

Χειμαριός Δημήτριος
Βιολόγος
ΙΑΤΡΙΚΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΟΤΥΠΟΣ

Share: